I don’t – as a rule- get pissed drunk on weekdays.

The death of a friend warrants that.

Σάν έναν φύλλον τού δεντρού που σσειέται όπως πρέπει τζ άξυπα ππέφτει πά στην γην τζιαι λλίον λλίον σέπει, έτσι τζ’εσέν το ίδιον η ψεύτιτζη ζωή σου, έρκεσαι, φεύκεις, χάννεσαι τζ ούτε στην γην πώς ήσουν.

It is both alarming and fascinating to realise that the evolution of technology will soon reach a point where anyone will have to expend considerable effort in order to prove their existence to their fellow humans; it will no longer be possible to expect that this will be taken for granted.

In a few years, when the Web will be awash with AI bots increasingly indistinguishable from humans, anyone who stumbles upon this blog might think that it’s an automated alternative/electronica music playlist with a few piece of text thrown in to make it look less robotic.

Τωρά τελευταία όταν ακούω κυπριακή ποίηση στο ράδιο στήννω αυτί, ακούω την με τη λαχτάρα κάποιου που διψά πολλά τζιαι βρίσκει νερό.

Ισως επειδή τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι συστηματικά η κυπριακή λαλιά τρώει τες που πολλές πάντες

Που την μιά εν τα καλαμαρίστικα των βλαμμένων στα κυπριακά σόου τζιαι των γελοίων ηθοποιών στις χαλλουμόπερες τζιαι που την άλλη εν τα ξύλινα κυπριακά των βρακα-serial τζιαι οι σάχλες – ενίοτε πασαλλειμμένες με ρατσισμό τζιαι σεξισμό – των κωμικών εκπομπών

Τζιαι που πάνω καππάτζι οι μαλακίες που ακούω – στα κυπριακά τζιαι τζείνες – που τον έναν τζιαι που τον άλλο γυρώ μου

Κοινώς δυσκολεύκουμαι να έβρω κυπριακά που να τα ακούω τζιαι να βλέπω ομορφκιάν.

Πριν λλίες μέρες άκουα τον Νίκο Βατυλιώτη να απαγγέλει Κυριάκο Καρνέρα ενώ μπροστά μου είσιε ένα που τζείνα τα SUV – ογκόλιθους που μοιάζουν με εργοστάσιο πάνω σε τροχούς.

Λλίο η απαράμιλλή του ερμηνεία – σαννα τζιαι αναβλύζει το ποίημα που την γή – τζιαι λλίο το θέαμα που είχα μπροστά μου μαζί με τις λέξεις που άκουα έκαμε με να νιώσω μιαν ευφορία

Οι τζείνην της χαράς – που τέθκοια τύχη – αλλά τζείνη που σε πιάννει άμαν για λλίες στιγμές – μόνο – καταλάβεις ότι ανήκεις κάπου.

Ε άδρωπε

A rock song is playing on the car radio while I’m in the parking lot

The tune is groovy, I’m getting pumped up

Then I hear the dude singing “Ooooh Let the love go throuuuugh”

“Ατε ρε ασσιχτιρ”, I said before switching the radio off hard and getting out.

Hard liquor it is for tonight.

“Bodies are ridiculous”

Best line I’ve heard for quite a while.

—————–

I should have flipped a coin. At least then I would only have had a 50% chance of following up on my decision to go out tonight

—————

The crowd in the joint looked like someone spliced together a yuppie with a hipster and then fed that thing through a copier machine after telling all the ladies to leave the room.

—————-

Outside it rained heavily, those rolling curtains of water that you see in black and white Hollywood films.

For about a minute before stopping completely 

It felt as if the whole thing was a scene from one of those crap local soap operas with me as an extra who wasn’t told I was one.

Everything is a charade